βλακεύω

βλᾱκ-εύω,
A to be slack, lazy, X.An.2.3.11, 5.8.15, Phld.Hom.p.39 O., etc.;

ἐν τῇ κατατάσει Hp.Fract.17

;

β. καὶ ἀποδειλιᾶν D.H.9.31

:—[voice] Med. (which is cited from X. by Eust.1405.32), = τρυφάω, Hld.7.27; but [voice] Act. in this sense, Procop.Arc.9.
II c. acc., lose or waste through laziness, Luc.Ep.Sat.26.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βλακεύω — βλᾱκεύω , βλακεύω to be slack pres subj act 1st sg βλᾱκεύω , βλακεύω to be slack pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλακεύω — (AM βλακεύω) [βλαξ] νεοελλ. χαζεύω, συμπεριφέρομαι σαν βλάκας αρχ. 1. είμαι βλάκας 2. καταστρέφω κάτι με την οκνηρία μου …   Dictionary of Greek

  • βλακεύσῃ — βλᾱκεύσῃ , βλακεύω to be slack aor subj mid 2nd sg βλᾱκεύσῃ , βλακεύω to be slack aor subj act 3rd sg βλᾱκεύσῃ , βλακεύω to be slack fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλακεύῃ — βλᾱκεύῃ , βλακεύω to be slack pres subj mp 2nd sg βλᾱκεύῃ , βλακεύω to be slack pres ind mp 2nd sg βλᾱκεύῃ , βλακεύω to be slack pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλακευόμενον — βλᾱκευόμενον , βλακεύω to be slack pres part mp masc acc sg βλᾱκευόμενον , βλακεύω to be slack pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλακευόντων — βλᾱκευόντων , βλακεύω to be slack pres part act masc/neut gen pl βλᾱκευόντων , βλακεύω to be slack pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλακεύει — βλᾱκεύει , βλακεύω to be slack pres ind mp 2nd sg βλᾱκεύει , βλακεύω to be slack pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλακεύομεν — βλᾱκεύομεν , βλακεύω to be slack pres ind act 1st pl βλᾱκεύομεν , βλακεύω to be slack imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλακεύοντα — βλᾱκεύοντα , βλακεύω to be slack pres part act neut nom/voc/acc pl βλᾱκεύοντα , βλακεύω to be slack pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλακεύοντι — βλᾱκεύοντι , βλακεύω to be slack pres part act masc/neut dat sg βλᾱκεύοντι , βλακεύω to be slack pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλακεύουσι — βλᾱκεύουσι , βλακεύω to be slack pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βλᾱκεύουσι , βλακεύω to be slack pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.